ἁλοσύδνη

ἁλοσύδνη
Grammatical information: adj.
Meaning: epithet of Thetis Υ 207, the Nereids A. R. 4, 1599, name of a sea-goddess δ 404. Meaning unknown.
Dialectal forms: Myc. a₂ro[ ]udopi has been interpreted as \/halos hudo(t)phi\/.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [878] *sh₂el- 'salt'; [78] *ued- `water'
Etymology: Connected with ἅλς and ὕδωρ as "Wave of the sea", s. ὕδωρ. - ὕδναι ἔγγονοι, σύντροφοι and ὕδνης εἰδώς, ἔμπειρος H. can have been extracted from ἁλοσύδνη. The relevance of the Myc. word(s) is unclear. Cf. DELG. - The meaning, though, is not very clear, and the form aCVC-udn- is typically Pre-Greek. Chantraine's Καλυδών, -ύδνα (typically Pre-Greek) is an example; cf. Καλυκαδνος. Schwyzer 475.5 asks whether the nom. was -υδνα, in which case Pre-Greek origin is even more probable.
Page in Frisk: 1,77-78

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αλοσύδνη — ἁλοσύδνη, η (Α) αυτή που γεννήθηκε από τη θάλασσα ή ανήκει σ’ αυτήν, η θαλασσογεννημένη (κυρίως ως επίθετο τών Νηρηίδων και τής Θέτιδος). [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. αβέβαιης ετυμολογίας, πιθ. < ἅλς, ός + ὐδνη < θ. τής λ. ὕδωρ. Η ετυμολογική συσχέτιση τής… …   Dictionary of Greek

  • Ἁλοσύδνη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλοσύδναι — Ἁλοσύδνη fem nom/voc pl Ἁλοσύδνᾱͅ , Ἁλοσύδνη fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλοσύδνην — Ἁλοσύδνη fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλοσύδνης — Ἁλοσύδνη fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Halosydne — HALOSYDNE, es, Gr. Ἁλοσύδνη, ης, ein Beynamen der Amphitrite. Hom. Il. Υ. 207. Sie hat solchen von der starken Bewegung des Meeres. Dam. Lex. etymol. p. 2816 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • Υδατοσύδνη — ἡ, Α όνομα μιας από τις Νηρηίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονομασία μιας από τις Νηρηίδες, η οποία εμφανίζει ως πρώτο συνθετικό τη λ. ὕδωρ, ὕδατος και ως δεύτερο συνθετικό έναν δυσερμήνευτο τ. ύδνη, ο οποίος απαντά και στη λ. ἁλοσύδνη* και συνδέεται, κατά μία… …   Dictionary of Greek

  • ύδνης — (I) ὁ, Α (κατά τον Ησύχ.) «εἰδώς, ἔμπειρος». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για άλλο τ. τής λ. ὕδης]. (II) ὁ, Α (κατά τον Ησύχ.) στον πληθ. οἱ ὕδναι «ἔγγονοι, σύντροφοι». [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η λ. απαντά, κατά μία άποψη, ως β συνθετικό στους τ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.